Κίνητρα ανάπτυξης της κεφαλαιαγοράς

1 μήνα πριν
ΝΕΑ ΤΩΡΑ Ναυτεμπορική

Από την έντυπη έκδοση

Του Φάνη Ζώη
[email protected]

Τέσσερα κίνητρα για ανάπτυξη της κεφαλαιαγοράς, με τα οποία το ετήσιο πραγματικό ΑΕΠ μπορεί να τονωθεί έως και 0,5% και να παραμείνει υψηλότερο μεταξύ 0,3 και 1 δισ. ευρώ κάθε χρόνο έως το 2040, προτείνει νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) με τίτλο «Εκτίμηση επιδράσεων προτάσεων για την ανάπτυξη της κεφαλαιαγοράς».
Όπως εκτιμάται στη μελέτη, οι θετικές οικονομικές επιδράσεις που δημιουργούνται μέσα από στοχευμένα κίνητρα για την ενδυνάμωση της εγχώριας κεφαλαιαγοράς είναι σημαντικά υψηλότερες του δημοσιονομικού κόστους που προκαλούν. Ενδεικτικά, με σωρευτικό δημοσιονομικό κόστος περί το 0,5 δισ. ευρώ στην 5ετία, δημιουργούνται νέες επενδύσεις έως και 1,6 δισ. ευρώ στην ίδια 5ετία και σημαντικά πολλαπλασιαστικά οφέλη για την πραγματική οικονομία σε όρους ΑΕΠ και απασχόλησης σε βάθος 20ετίας.

Οι τέσσερις άξονες 

Στη μελέτη που δημοσιεύτηκε χθες, αναδεικνύεται ότι η ανάπτυξη της εγχώριας κεφαλαιαγοράς αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για να αυξηθεί η ελκυστικότητα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού. Συγκεκριμένα, τα ενδεικτικά κίνητρα στην προσφορά περιλαμβάνουν τέσσερις άξονες: α) επιδότηση για την εισαγωγή μετοχών και ομολόγων σε οργανωμένη αγορά, β) επιδότηση για την παραμονή σε οργανωμένη αγορά, γ) κατάργηση του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου και δ) κατάργηση του φόρου τοκομεριδίων εταιρικών ομολόγων. Στο σενάριο 5ετούς εφαρμογής μιας ενδεικτικής δέσμης κινήτρων μέτριας έντασης ταυτόχρονα σε ζήτηση και προσφορά, το άμεσο όφελος από τις καθαρές νέες επενδύσεις στην οικονομία εκτιμάται έως και υπερτριπλάσιο του άμεσου δημοσιονομικού κόστους. Επιπλέον, η ετήσια απασχόληση εκτιμάται υψηλότερη μεσοσταθμικά την πρώτη 10ετία κατά τουλάχιστον 5 και έως 8 χιλιάδες θέσεις απασχόλησης υψηλής παραγωγικότητας.

Προκύπτει επίσης ότι, η υλοποίηση των κινήτρων έχει θετικές μακροχρόνιες επιδράσεις στην πορεία της οικονομίας, πέρα από την πενταετία εφαρμογής των μέτρων. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται ότι ο συντελεστής απόδοσης από τη χρήση δημοσίων πόρων για τα συγκεκριμένα κίνητρα είναι υψηλός. Ενδεικτικά, κάθε 1 ευρώ δημοσιονομικού κόστους για την εφαρμογή των προτεινόμενων κινήτρων μπορεί να συντελέσει σε σωρευτική αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος κατά έως και 5 ευρώ σε βάθος 5ετίας, με την απόδοση να αυξάνεται περαιτέρω σε βάθος μεγαλύτερου χρονικού ορίζοντα.

Υπενθυμίζεται ότι δέσμη σχετικών προτάσεων διατυπώθηκε από Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων τον Οκτώβριο του 2020, στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι του Ομίλου Χρηματιστηρίου Αθηνών, της Ένωσης Θεσμικών Επενδυτών, της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και άλλων σημαντικών φορέων, με πρωτοβουλία του υφυπουργού Οικονομικών Γ. Ζαββού.

Η μελέτη του ΙΟΒΕ, ωστόσο, εξειδικεύει ορισμένες από τις προτάσεις και προχωρά σε εκτίμηση δημοσιονομικών και ευρύτερων επιδράσεων στην ελληνική οικονομία.

Η ανάπτυξη της κεφαλαιαγοράς προτάσσεται από τη μελέτη ως συμπληρωματική του ρόλου του τραπεζικού συστήματος στη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων και θεωρείται ότι επιτελεί τουλάχιστον τέσσερις σκοπούς.

*  Πρώτον, ενισχύει τη σχέση ιδίων προς ξένα κεφάλαια σε ευθυγράμμιση με καλές διεθνείς πρακτικές.
* Δεύτερον, η εισαγωγή και ανάπτυξη μιας εταιρείας σε οργανωμένη αγορά προσφέρει σημαντικά παράπλευρα οφέλη στην ποιότητα του «επιχειρείν», καθώς προάγει τη διαφάνεια και την εξωστρέφεια και βελτιώνει τις επιδόσεις στα κριτήρια βιωσιμότητας (περιβάλλον, κοινωνία, διακυβέρνηση - ESG).
* Τρίτον, βελτιώνει τις προοπτικές μεγέθυνσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
* Τέταρτον, δίνει την ευκαιρία στα ελληνικά νοικοκυριά να καταστούν συμμέτοχα στην οικονομική ανάκαμψη.

Περιθώρια ανάπτυξης

Σε αυτό το πλαίσιο, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, υπάρχει σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης της εγχώριας κεφαλαιαγοράς. Στην πλευρά της ζήτησης, τα ελληνικά νοικοκυριά συμμετέχουν σε μικρό μόνο βαθμό σε επενδύσεις στην κεφαλαιαγορά συγκριτικά με το μέσο ευρωπαϊκό νοικοκυριό. Ειδικότερα, η μέση αξία των επενδύσεων νοικοκυριών σε εισηγμένες μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια περιορίζεται σε 8,5% του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2019, έναντι 27,8% κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη. Στην πλευρά της προσφοράς, η συνολική αξία των εισηγμένων εταιρειών ως ποσοστό του ΑΕΠ στον μέσο όρο της Ευρωζώνης καταγράφεται υπερδιπλάσια από την αντίστοιχη στην Ελλάδα (65% έναντι 24,8% αντίστοιχα).

Προτεινόμενα για εσάς

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο